
( Φεβρουάριος 1939 )
του Γιώργου Σεφέρη (Σεφεριάδης)
(Σμύρνη 1900 - Αθήνα 1971)
Ηταν η μέρα συννεφιασμένη. Κανείς δεν αποφάσιζε
φυσούσε ένας αγέρας αλαφρύς: "Δεν είναι γρέγος είναι
σιρόκος" είπε κάποιος.
Κάτι λιγνά κυπαρίσσια καρφωμένα στην πλαγιά κι η
Θάλασσα
γκρίζα με λίμνες φωτεινές, πιο πέρα.
Οι στρατιώτες παρουσίαζαν όπλα σαν άρχισε να ψιχαλίζει. "Δεν είναι γρέγος είναι σιρόκος" η μόνη απόφαση που ακούστηκε.
Κι oμως το ξέραμε πως την άλλη αυγή δε Θα μας έμενε τίποτε πια, μήτε η γυναίκα πίνοντας πλάι μας τον ύπνο μήτε η ανάμνηση πως ήμασταν κάποτες άντρες, τίποτε πια την άλλη αυγή. "Αυτός ο αγέρας φέρνει στο νου την άνοιξη" έλεγε η φίλη περπατώντας στο πλευρό μου κοιτάζοντας μακριά "την άνοιξη που έπεσε ξαφνικά το χειμώνα κοντά στην κλειστή Θάλασσα.
Τόσο απροσδόκητα. Πέρασαν τόσα χρόνια. Πως θα πεθάνουμε;" Ενα νεκρώσιμο εμβατήριο τριγύριζε μες στην ψιλή βροχή. Πως πεθαίνει ένας άντρας; Παράξενο κανένας δεν το συλλογίστηκε. Κι όσοι το σκέφτηκαν ήταν σαν ανάμνηση από παλιά χρονικά της εποχής των Σταυροφόρων ή της εν - Σαλαμίνι - ναυ- μαχίας.
Κι όμως ο Θάνατος είναι κάτι που γίνεται~ πως πεθαίνει ένας άντρας;
Κι όμως κερδίζει κανείς το Θάνατό του, το δικό του Θά- νατο, που δεν ανήκει σε κανέναν άλλον και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή.
Χαμήλωνε το φως πάνω από τη συννεφιασμένη μέρα, κα-
νείς δεν αποφάσιζε.
Την άλλη αυγή δε Θα μας έμενε τίποτε~ όλα παραδομένα~
μήτε τα χέρια μας~
κι οι γυναίκες μας ξενοδουλεύοντας στα κεφαλόβρυσα και
τα παιδιά μας στα λατομεία.
H φίλη μου τραγουδούσε περπατώντας στο πλευρό μου
ένα τραγούδι σακατεμένο:
"Την άνοιξη, το καλοκαίρι, ραγιάδες..."
Θυμότανε κανείς γέροντες δασκάλους που μας άφησαν
ορφανούς.
"Ενα ζευγάρι πέρασε κουβεντιάζοντας: "Βαρέθηκα το δειλινό, πάμε στο σπίτι μας πάμε στο σπίτι μας ν' ανάψουμε το φως".
