ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ε'
Αναστηλώνεται ο Μωρηάς . . . Η Ρούμελη μουγκρίζει . . .
Ιδρώνουν αίμα τα βουνά, το δάκρυ πλημμυρίζει . . .
Παντού παράπονο βαθύ κι αλαλαγμοί και θρήνοι . . .
Διαβαίνει μαύρ' η άνοιξη . . . Τα ρόδα μας, οι κρίνοι
Λησμονημένοι τήκονται και τα πουλιά σκιασμένα
Αφίνουν έρμη τη φωλειά και φεύγουνε στα ξένα . . .
Στου Γερμανού το μέτωπο κρυφά γλυκοχαράζει
του Γένους το ξημέρωμα . . . Πάσα ματιά του σφάζει . . .
Διωγμέν' από τον Κάλαμο, με την ψυχή' ς το στόμα
Χιλιάδες γυναικόπαιδα, δε βρίσκουν φούχτα χώμα
Να μείνουν ακυνήγητα . . . κι ο Χάρος δεκατίζει . . .
Ρυάζεται ο Βάλτος, σα θεριό τη χαίτη του ανεμίζει . . .
Φλόγα παντού και σίδερο . . . Δε θ' απομείνει λόθρα.
Στην Κιάφα νεκρανάσταση . . .'ς του Πέτα καταβόθρα . . .
Πέτρα δε μένει ασάλευτη . . . κλαρί χωρίς κρεμάλα . . .
Ερμιά και ξεθεμελίωμα 'ς την Τρίπολη 'ς του Λάλα . . .
Κι όταν το χέρι εχόρταινε κ' έπεφτε στομωμένο
Να ξανασάνη το σπαθί 'ς τη θήκη ξαπλωμένο
Εφώναζε ο αντίλαλος . . . "Χτυπάτε πολεμάρχοι !
Απ' άκρη 'ς άκρη ο χαλασμός . . . Κρεμούν τον Πατριάρχη."